Ο Ντίκενς στο μετρό του Τόκιο;


Του Δημήτρη Δουλγερίδη, Τα Νέα, 10/12/11

 

«Ο στόχος μου είναι ν’ αυξήσω την απόσταση που τρέχω, επομένως δεν μ’ απασχολεί η ταχύτητα. Το μόνο που με νοιάζει είναι να μπορέσω να καλύψω μια συγκεκριμένη απόσταση. Μερικές φορές, αν μου κάνει κέφι, τρέχω γρήγορα… ενώ το θέμα είναι να μπορέσω να διατηρήσω την ευχαρίστηση που αισθάνομαι στο τέλος κάθε διαδρομής μέχρι και την επόμενη μέρα». Το πιάσαμε το υπονοούμενο: ο συγγραφέας είναι ένας δρομέας, που σταματάει το μυθιστόρημά του όποτε αισθάνεται ότι θα μπορούσε να γράψει κι άλλο. Στο βιβλίο «Για τι πράγμα μιλάω, όταν μιλάω για το τρέξιμο», που κυκλοφορεί αυτές τις ημέρες στα ελληνικά, ο Χαρούκι Μουρακάμι χαρίζεται στους ορκισμένους οπαδούς του ως αθλητής αυτοαναλυόμενος. Τρέχοντας πάνω σ’ έναν μεταφορικό διάδρομο ξεφορτώνει προσωπικές εμμονές – «δεν μου πάνε τα ομαδικά αθλήματα» -, μουσικές επιλογές και βιβλιοφιλικές αναφορές.

«Πρέσβης» Ιαπωνίας

Η ελληνική έκδοση συμπίπτει χρονικά με την οιονεί καμπάνια από διεθνή δημοσιεύματα για την έκδοση του τελευταίου του βιβλίου, «1Q84» (στα ελληνικά θα κυκλοφορήσει από τον «Ψυχογιό» εντός του 2012). Οπου Q η «ερώτηση» στα αγγλικά (question), αλλά και ο αριθμός εννέα, κατά τη γιαπωνέζικη προφορά. Ενα αλληθώρισμα προς τη Δύση του Τζορτζ Οργουελ, με άλλα λόγια, στη μητρική γλώσσα του δημιουργού. Ο δημοφιλέστερος συγγραφέας της Ιαπωνίας είναι, έτσι κι αλλιώς, ο συγγραφέας δύο κόσμων. Ο πλέον ευπώλητος στην Ασία και ο καλύτερος πρεσβευτής της γενέτειράς του στη λίστα των νομπελικών υποψηφιοτήτων.

Για την είσοδό του στη mainstream λογοτεχνία της εποχής, χρειάστηκε έναν τίτλο των Μπιτλς και μια συναισθηματική ιστορία που ξεκινούσε στη δεκαετία του 1960 και ολοκληρωνόταν στη Ρώμη του 1987. Το «Νορβηγικό δάσος» (εκδ. Ωκεανίδα) πούλησε τέσσερα εκατομμύρια στην Ιαπωνία και τον εκτόξευσε στο διεθνές στερέωμα. Υστερα από το «Κουρδιστό πουλί» (1994, εκδ. Ωκεανίδα) που ήρθε για να μείνει ως το αριστούργημά του, σύμφωνα με τους απανταχού στυλοβάτες της βιβλιοκριτικής, η φρενίτιδα συνεχίζεται με το «1Q84». Η μυθιστορηματική τριλογία, που πούλησε ένα εκατομμύριο αντίτυπα στο Τόκιο το 2009, αγγίζει τις 1.000 σελίδες (οι αγγλομαθείς αναγνώστες έχουν μάλιστα τη δυνατότητα να διαβάσουν το πρώτο κεφάλαιο στην επίσημη ιστοσελίδα του συγγραφέα). Στο επίκεντρό της, η Αομάμε κυκλοφορεί κι οπλοφορεί ως πληρωμένη δολοφόνος ενός μυστικού οργανισμού και ο επίδοξος συγγραφέας Τένγκο χάνεται στα σουρεαλιστικά μονοπάτια της μνήμης.

Είναι ο κόσμος του Μουρακάμι στα καλύτερά του. Ενας κόσμος, όπου αλαφροΐσκιωτοι ήρωες πατάνε -κατά παράδοξο τρόπο – γερά στα πόδια τους, η φαντασία είναι πασαπόρτι για τον ρεαλισμό και το κινεζικό γουόκ μία μεταφορά – όχι και τόσο πρωτότυπη, μεταξύ μας – για τη μείξη των λογοτεχνικών υλικών: «Εριξε το ψιλοκομμένο σέλερι και τα μανιτάρια στο τηγάνι. Αναψε την πιο δυνατή φλόγα, ανακάτεψε τα υλικά με μια σπάτουλα από μπαμπού και πρόσθεσε μια πρέζα αλάτι και πιπέρι. Οταν τα λαχανικά πήραν να τηγανίζονται, έριξε τις στεγνές γαρίδες στο τηγάνι».

Για να καλωσορίσει τον νέο τίτλο, ο «New Yorker» δημοσίευσε ένα εκτενές απόσπασμα τον περασμένο Σεπτέμβριο, ενώ ο γαλλικός οίκος Belfond τύπωσε 70.000 αντίτυπα, τα οποία πουλήθηκαν μέσα σε μία εβδομάδα. Το βιβλίο μπήκε αυτομάτως στο top 20 του Amazon, γεγονός που ανάγκασε πολλά βιβλιοπωλεία σε Μ. Βρετανία και Αμερική να παραμείνουν ανοιχτά μέχρι τα μεσάνυχτα της 18ης Οκτωβρίου, για να ικανοποιήσουν τις απαιτήσεις των αναγνωστών. Η τελευταία παρόμοια ολονυχτία σημειώθηκε όταν έκανε το θαύμα του ο «Χάρι Πότερ».

Το εξομολογητικό «Για τι πράγμα μιλάω» δεν έχει προφανώς τις ίδιες αξιώσεις. Μεταξύ αναμνήσεων, δοκιμιακών παρατηρήσεων και ημερολογίου, ο Μουρακάμι απευθύνεται στους ιδανικούς αναγνώστες του που περιμένουν από αυτόν ολοένα και περισσότερες αποκαλύψεις.

Η ατάκα του Τζάγκερ

Στο βιβλίο, ο τίτλος του οποίου είναι δάνειο από τον Ρέιμοντ Κάρβερ («Για τι πράγμα μιλάμε όταν μιλάμε για την αγάπη»), ο Γιαπωνέζος καταθέτει μερικές α λα καρτ απόψεις για τη νεότητα, με αφορμή τη δήλωση του Μικ Τζάγκερ «προτιμώ να πεθάνω παρά να τραγουδάω το «Satisfaction» στα 55», θυμάται το ξεκίνημά του στη λογοτεχνία, αλλά και τον Μαραθώνιο της Αθήνας, στον οποίο συμμετείχε το 1983. Ο πιο δυτικός από τους «ανατολικούς» συγγραφείς της εποχής του βρίσκει μια θέση στη σκιά των μεγάλων κλασικών: «Είναι δύσκολο να φανταστούμε την ιστορία της λογοτεχνίας χωρίς προσωπικότητες σαν τον Σαίξπηρ, τον Μπαλζάκ και τον Ντίκενς. Αλλά οι γίγαντες είναι, σε τελική ανάλυση, γίγαντες – εξαιρετικές, θρυλικές μορφές. Στην πλειονότητά τους οι υπόλοιποι συγγραφείς, που δεν μπορούν ν’ αγγίξουν αυτά τα ύψη (συμπεριλαμβανομένου και του εαυτού μου, εννοείται), οφείλουν ν’ αναπληρώσουν ό,τι τους λείπει σε αποθέματα ταλέντου μ’ όποιο μέσο μπορούν».

Τα δάνεια από τη δυτική λογοτεχνία και το μισό μάτι με το οποίο κοιτάζει μονίμως τη γιαπωνέζικη κουλτούρα είναι ίσως ο λόγος που τα βιβλία του βρίσκουν ανεμπόδιστη πρόσβαση στις βιτρίνες των μεγαλύτερων ευρωπαϊκών βιβλιοπωλείων. Η αλήθεια είναι ότι ο Μουρακάμι δημιουργεί γεγονός κάθε φορά που ένα βιβλίο του μπαίνει στο ραντάρ της παγκοσμιοποιημένης αγοράς. Να δεις πώς το ‘πε ο Πάολο Μάουρι στη «Repubblica»: «Ο Μουρακάμι έχει μελετήσει σε βάθος το δυτικό μυθιστόρημα και καθόλου τυχαία το «1Q84″ δεν είναι μόνο ένας οξυδερκής στοχασμός πάνω στη μυθοπλασία, αλλά και μία σαφής αναφορά στον Ντίκενς. Ο Μουρακάμι είναι ο κληρονόμος του μεγάλου κλασικού μυθιστορήματος. Ο Ντίκενς στο μετρό του Τόκιο». Εστω και αν το «Σπούτνικ αγαπημένη» δίπλα στον «Ζοφερό οίκο» θυμίζει γιαπωνέζικη καλύβα δίπλα σε καθεδρικό ναό;

Advertisements
This entry was posted in Άποψη and tagged , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s